ἑκατόγχειρος

ἑκᾰτόγ-χειρος, ον,
A hundred-handed, of Briareus, Il.1.402.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑκατόγχειρος — hundred handed masc/fem gen sg ἑκατόγχειρος hundred handed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατογχείρων — ἑκατόγχειρος hundred handed masc/fem gen pl ἑκατόγχειρος hundred handed masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατόγχειρα — ἑκατόγχειρος hundred handed masc/fem acc sg ἑκατόγχειρος hundred handed neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατόγχειρον — ἑκατόγχειρος hundred handed masc/fem acc sg ἑκατόγχειρος hundred handed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατογχείρου — ἑκατόγχειρος hundred handed masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατόγχειρ — ἑκατόγχειρος hundred handed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατόγχειρας — ἑκατόγχειρος hundred handed masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατόγχειρες — ἑκατόγχειρος hundred handed masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκατόγχειρ — και εκατόγχειρος, ο, η (AM ἑκατόγχειρος, ον και ἑκατόγχειρ, ο, η) αυτός που έχει εκατό χέρια …   Dictionary of Greek

  • χειρ — η / χείρ, χειρός, ΝΜΑ, και χείρα Ν, και αιολ. τ. χήρ Α 1. το χέρι 2. (ιδίως) το άκρο χέρι 3. συνεκδ. το άτομο τού οποίου το χέρι έκανε κάτι (α. «χειρ Χριστόδουλου Καλλέργη» ο εικονογράφος Χριστόδουλος Καλλέργης β. «χειρ δ ὁρᾷ τὸ δράσιμον», Αισχύλ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.